Home > Term: μονοφωνικό
μονοφωνικό
Περιγράφει ένα όργανο που παίζει μόνο μια νότα ανά πάσα στιγμή. Συγκρίνεται με το πολυφωνικό. Δείτε επίσης το μονο-ηχοχρωματικό και το πολυ-ηχοχρωματικό.
- Vārdšķira: noun
- Nozare/domēns: Software; Computer
- Category: Operating systems
- Company: Apple
0
Autors
- pkatseas
- 100% positive feedback
(Greece)