Home > Term: lumpers
lumpers
Προσωρινή υπάλληλοι των αυτοκινήτων στους αερομεταφορείς, τους φορτωτές ή όποια δέκτες, προσέλαβε τη φόρτωση ή εκφόρτωση των φορτηγών.
- Vārdšķira: noun
- Nozare/domēns: Retail
- Category: Supermarkets
- Company: FMI
0
Autors
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)